Δευτέρα πρωί. Ατελείωτα τηλεφωνήματα για τη διευθέτηση ενός γραφειοκρατικού ζητήματος που σε καίει. Ο υπάλληλος στο τηλέφωνο σε έχει ήδη ενημερώσει, πολλάκις, πως δεν μπορεί να κάνει κάτι περισσότερο· το αίτημά σου έχει αποσταλεί ως προτεραιότητα στους ανώτερους. Αίτημα στο αίτημα, τηλέφωνο στο τηλέφωνο, και κάπου εκεί η βιοπολιτική του Agamben παύει να είναι θεωρία και γίνεται βίωμα.
Τοποθετείσαι σε έναν ενδιάμεσο χώρο. Όχι απλώς ανάμεσα σε δύο καταστάσεις, αλλά σε έναν γκρίζο, αβέβαιο τόπο. Έναν χώρο όπου το όριο διαρρηγνύεται και μεταμορφώνει το ζην σε κατάσταση εξαίρεσης. Για τον Agamben, η κατάσταση εξαίρεσης δεν είναι μια απλή παρέκκλιση από τον κανόνα, αλλά η τοποθέτηση του ατόμου στο σημείο εκείνο όπου ο νόμος αναστέλλεται χωρίς να καταργείται. Όλα λειτουργούν — μα εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Όχι γιατί δεν θέλεις ή δεν μπορείς, αλλά γιατί τέθηκες εντός και ταυτόχρονα εκτός του ισχύοντος κανόνα.
Μένεις μετέωρος, κενός, και τελικά ξένος τόσο προς τον νόμο όσο και προς τον ίδιο σου τον εαυτό. Η ζωή σου ορίζεται από το αποτέλεσμα ενός αιτήματος που εκκρεμεί, και η «γυμνή ζωή» —η bare
life του homo sacer— γίνεται γεγονός. Δεν αποκλείεσαι από το κοινωνικό σύνολο· περιλαμβάνεσαι δια της εξαίρεσής σου. Μια εκτεθειμένη ζωή, συμβολικά και κοινωνικά μη προσδιοριζόμενη, που καθιστά το υποκείμενο έρμαιο των μηχανισμών με τους οποίους η κοινωνία ρυθμίζει τη ζωή του.
Παραμένεις σε έναν χώρο προσμονής. Σε κατάσταση σιωπηλού πένθους. Ο ενδιάμεσος χώρος δεν είναι μόνο το στρατόπεδο συγκέντρωσης, το άσυλο ή η φυλακή· είναι και η εσωτερική εμπειρία του
ανθρώπου που δεν μπορεί παρά να υπομείνει τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία τον αποκλείει μέσω της ίδιας του της ταυτότητας. Ο τρόπος με τον οποίο καθίστασαι αόρατος, μη επαρκής, ένα ακόμη απλώς «αίτημα».
Αυτό που κανονικοποιείται στις σύγχρονες κοινωνίες είναι η διαρκής ανάγκη προσαρμογής — γεγονός που οδηγεί σε αυξημένη ανασφάλεια. Τα υποκείμενα ζουν μόνιμα στον ενδιάμεσο χώρο: δεν αποκλείονται επίσημα, αλλά δεν εντάσσονται· δεν σιωπούν, αλλά δεν ακούγονται· είναι παρόντα, αλλά μη αναγνωρίσιμα. Γίνονται «άλλοι», επειδή δεν είναι ακριβώς εκείνοι που η κοινωνία θα ήθελε.
Αναμένουν σε μια δυνητική κατάσταση αλλαγής, και εκείνο που τελικά διαμορφώνεται είναι μόνο η ταυτότητά τους: μια ταυτότητα στο περίπου, μια ταυτότητα προσδιοριζόμενη όπως θα έπρεπε να είναι. Αίτημα στο αίτημα, σιωπή στη σιωπή, και η μεγαλύτερη βία της σύγχρονης κοινωνίας αποκαλύπτεται στη ρωγμή που υφίσταται ο άνθρωπος εντός του.
Όλα γίνονται εύκολα, όλα γίνονται έτοιμα- «αίτημα». Μα τη στιγμή που τοποθετείσαι στο «ανάμεσα», στη στιγμή όπου επαναδιαπραγματεύεσαι τον εαυτό σου, ακριβώς τότε πετάγεσαι
έξω. Όχι επειδή αποκλείεσαι, αλλά επειδή αναμένεις. Γιατί η μεγαλύτερη βία δεν είναι ο αποκλεισμός· είναι η αναμονή.






