Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία και επιστήμη διαμορφώθηκαν μέσα σε κοινωνίες με αυστηρά καθορισμένους ρόλους, όπου η δημόσια ζωή, η παιδεία και η διδασκαλία ανήκαν σχεδόν αποκλειστικά στους άνδρες. Οι γυναίκες στην αρχαιότητα δεν μπορούσαν να κατέχουν περιουσία, δεν είχαν νομικά δικαιώματα εκτός γάμου και αποκλείονταν από την ιδιότητα του πολίτη. Πιο συγκεκριμένα, ενώ οι γυναίκες μπορούσαν να γίνουν ιέρειες, περισσότερο θεωρούνταν ως «πολίτες δεύτερης κατηγορίας»
Κι όμως, παρά τα εμπόδια, υπήρξαν γυναίκες που κατάφεραν να συμμετάσχουν ενεργά στον φιλοσοφικό και επιστημονικό στοχασμό της εποχής τους.
Τα ίχνη τους δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα. Άλλοτε σώζονται αποσπασματικά μέσα από έργα που τους αποδίδονται με επιφυλάξεις, άλλοτε μέσα από μαρτυρίες μεταγενέστερων συγγραφέων, όπως ο Διογένης ο Λαέρτιος ή ο Πλούταρχος. Η σύγχρονη έρευνα έχει καταγράψει περίπου σαράντα γυναίκες φιλοσόφους, μαθηματικούς και επιστήμονες, από τον 10ο αιώνα π.Χ. έως τον 5ο αιώνα μ.Χ. — αριθμός μικρός, αλλά καθόλου αμελητέος αν ληφθούν υπόψη οι συνθήκες της εποχής.
Η Υπατία και το τέλος ενός κόσμου
Η πιο γνωστή από όλες είναι αναμφίβολα η Υπατία. Όχι μόνο χάρη στην επιστημονική της εμβέλεια, αλλά και λόγω του τρόπου με τον οποίο η ζωή και ο θάνατός της συμπυκνώνουν τη σύγκρουση δύο κόσμων.
Νεοπλατωνική φιλόσοφος του 4ου αιώνα μ.Χ., μαθηματικός και αστρονόμος, η Υπατία δίδαξε σε μια Αλεξάνδρεια που βρισκόταν στο μεταίχμιο: ανάμεσα στη μακραίωνη ελληνική πνευματική παράδοση και στη νέα χριστιανική τάξη πραγμάτων. Μαθήτρια αρχικά του πατέρα της, Θέωνα του Αλεξανδρέα, σπούδασε στην Αθήνα και επέστρεψε για να αναλάβει τη Σχολή των Πλατωνιστών της Αλεξάνδρειας. Μαθητές από διαφορετικά κοινωνικά και θρησκευτικά περιβάλλοντα παρακολουθούσαν τα μαθήματά της. Ο βίαιος θάνατός της, τον Μάρτιο του 415 μ.Χ., για πολλούς ιστορικούς σηματοδοτεί το κλείσιμο ενός μεγάλου κεφαλαίου της αρχαίας ελληνικής επιστημονικής παράδοσης στην Αλεξάνδρεια.
Η Υπατία, ωστόσο, δεν υπήρξε εξαίρεση χωρίς συνέχεια. Πολύ πριν από εκείνη, και ανεξάρτητα από αυτήν, γυναίκες είχαν ήδη ενταχθεί σε φιλοσοφικές σχολές και πνευματικούς κύκλους, άλλοτε ως μαθήτριες, άλλοτε ως δασκάλες. Ας εξετάσουμε ορισμένες χαρακτηριστικές περιπτώσεις:
Αρήτη της Κυρήνειας
Η Αρήτη υπήρξε κεντρική μορφή της Κυρηναϊκής Σχολής. Κόρη του Αρίστιππου, δεν έμεινε στη σκιά του, αλλά ανέλαβε ενεργό διδακτικό ρόλο. Οι πηγές της αποδίδουν πλούσιο συγγραφικό έργο και σημαντική συμβολή στη διάδοση της κυρηναϊκής φιλοσοφίας. Ο γιος της, γνωστός ως «Μητροδίδακτος», αποτελεί σπάνιο παράδειγμα φιλοσόφου που μαθήτευσε κοντά στη μητέρα του.
Διοτίμα
Η Διοτίμα είναι από τις πιο αινιγματικές μορφές της αρχαίας φιλοσοφίας. Γνωστή κυρίως μέσα από τον πλατωνικό διάλογο Συμπόσιο, παρουσιάζεται ως δασκάλα του Σωκράτη σε ζητήματα έρωτα και γνώσης. Εκεί, ο έρωτας περιγράφεται ως κίνηση από το αισθητό προς το νοητό, από το επιμέρους προς το καθολικό. Αν ιστορικό πρόσωπο ή φιλοσοφική κατασκευή, η Διοτίμα ενσωματώνει τη
δυνατότητα μιας γυναικείας φιλοσοφικής φωνής στον πυρήνα της πλατωνικής σκέψης.
Περικτιόνη
Η Περικτιόνη είναι γνωστή κυρίως ως μητέρα του Πλάτωνα, όμως οι αρχαίες πηγές τη μνημονεύουν και ως φιλόσοφο. Μαθήτρια του Πυθαγόρα, της αποδίδονται έργα όπως το Περί σοφίας και το Περί της γυναικών αρμονίας, τα οποία εντάσσονται στη λεγόμενη ψευδοπυθαγόρεια γραμματεία. Ανεξάρτητα από ζητήματα πατρότητας, τα κείμενα αυτά μαρτυρούν την παρουσία γυναικών στον πυθαγόρειο φιλοσοφικό στοχασμό.
Θυμίστα
Η Θυμίστα συνδέεται με τον κύκλο του Επίκουρου και αναφέρεται ως μορφή με ιδιαίτερο κύρος. Η αλληλογραφία της με τον ίδιο τον φιλόσοφο δείχνει ότι δεν επρόκειτο για περιφερειακή παρουσία, αλλά για ενεργό συνομιλήτρια στο πλαίσιο της επικούρειας σκέψης. Το προσωνύμιο «θηλυκός Σόλων» μαρτυρά τη φήμη που είχε αποκτήσει ήδη στην αρχαιότητα.
Ιππαρχία η Κυνική
Η Ιππαρχία υπήρξε από τις πιο ασυνήθιστες φιλοσοφικές μορφές της εποχής της. Εντάχθηκε στη σχολή των Κυνικών και έζησε σύμφωνα με τις αρχές της: απόρριψη της ιδιοκτησίας, των κοινωνικών συμβάσεων και της επίδειξης. Μαζί με τον Κράτη, φιλόσοφο και μαθητή του Διογένη, επέλεξαν έναν τρόπο ζωής που λειτουργούσε ως φιλοσοφική πράξη, όχι ως θεωρία. Ο γάμος τους χαρακτηρίστηκε ως «κυνογαμία» (γάμος σκύλων), καθώς έζησαν μαζί σύμφωνα με τις αρχές του Κυνισμού, ουσιαστικά αδιαφορώντας για τα ήθη της εποχής. Η σχέση τους θεωρείται ένα από τα πρώτα παραδείγματα ισότητας των φύλων στην αρχαιότητα, δείχνοντας αμοιβαίο σεβασμό και ελευθερία.
Σωσιπάτρα
Η Σωσιπάτρα από την Έφεσο υπήρξε αρχαία Ελληνίδα νεοπλατωνική φιλόσοφος και μυστικίστρια, της οποίας η ιστορική ύπαρξη τεκμηριώνεται μέσα από το έργο Βίοι Σοφιστών του Έλληνα ιστορικού Ευνάπιου. Έζησε στην Έφεσο και την Πέργαμο στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από εύπορη οικογένεια. Κατά την παιδική της ηλικία, το κτήμα του πατέρα της γνώρισε μεγάλη ακμή χάρη στη βοήθεια δύο ανδρών, οι οποίοι συνέβαλαν σε μια εξαιρετικά πλούσια σοδειά. Οι ίδιοι αυτοί άνδρες ανέλαβαν τη διαχείριση της περιουσίας και παρέμειναν εκεί όσο ο πατέρας της απουσίαζε για πέντε χρόνια, διάστημα κατά το οποίο δίδαξαν στη Σωσιπάτρα αρχαία χαλδαϊκή σοφία.
Κατά την περίοδο αυτή άρχισε να εκδηλώνεται και η φήμη της για μαντικές και διορατικές ικανότητες. Παντρεύτηκε τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο και σοφιστή Ευστάθιο τον Καππαδόκη, τον οποίο θεωρούσε κατώτερό της ως προς τη σοφία και τις πνευματικές της δυνατότητες. Απέκτησαν μαζί τρεις γιους, εκ των οποίων ο ένας εξελίχθηκε σε σημαντική φιλοσοφική φυσιογνωμία. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, εγκαταστάθηκε στην Πέργαμο, όπου συνδέθηκε με τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Αιδέσιο, δάσκαλο φιλοσοφίας στην πόλη. Μαζί ίδρυσαν φιλοσοφική σχολή, με τον Αιδέσιο να λειτουργεί ως σύντροφός της. Όπως αναφέρει ο Ευνάπιος, τα μαθήματα του Αιδέσιου ήταν ανοιχτά σε όλους, ενώ αυτά της Σωσιπάτρας απευθύνονταν αποκλειστικά σε προχωρημένους μαθητές, τον λεγόμενο «εσωτερικό κύκλο».
Ο Ευνάπιος παραθέτει και επεισόδια που ενισχύουν τη φήμη της ως γυναίκας με υπερφυσικές ή μαγικές ικανότητες. Σύμφωνα με μία από αυτές τις αφηγήσεις, συγγενής της ονόματι Φιλόμετρος τής έριξε ερωτικό φίλτρο λόγω του έντονου πόθου του. Η Σωσιπάτρα, συγχυσμένη από τα νέα της συναισθήματα, εξομολογήθηκε την εμπειρία της στον Μάξιμο, μαθητή του Αιδέσιου, ο οποίος κατάφερε να λύσει τα μάγια. Αφού συγχώρησε τον Φιλόμετρο, διατήρησε μαζί του έναν πνευματικό δεσμό και, έπειτα από προφητικό όραμα, τον έσωσε από βέβαιο ατύχημα.
Στην παράδοση παρουσιάζεται ως «θεία γυναίκα», προικισμένη με μαντικό χάρισμα και ικανότητα να διακρίνει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Παρότι διαθέτουμε μόνο μία βασική πηγή για τη ζωή και το έργο της, πολλοί ιστορικοί τη θεωρούν μία από τις πλέον επιδραστικές γυναίκες φιλοσόφους της αρχαιότητας. Άλλοι, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι η περιορισμένη αναφορά στο πρόσωπό της ενδέχεται να υποδηλώνει υπερβολική εξιδανίκευση από τον
Ευνάπιο. Αντιπαραβάλλοντας αυτή την άποψη, η Πολωνή ιστορικός Maria Dzielska πρότεινε ότι η απουσία άλλων μαρτυριών μπορεί να οφείλεται σε damnatio memoriae, δηλαδή σε σκόπιμη ιστορική αποσιώπηση. Την εποχή εκείνη, οι γυναίκες που προβάλλονταν στα γραπτά συχνά εξυμνούνταν για την παρθενία ή τον ασκητισμό τους· αντίθετα, η αφήγηση του Ευνάπιου υπογραμμίζει την ανεξαρτησία και τον μαντικό χαρακτήρα της Σωσιπάτρας, στοιχεία που τη διαφοροποιούν ριζικά.
Λασθινία
Η Λασθινία υπήρξε μέλος της Πλατωνικής Ακαδημίας τον 4ο αιώνα π.Χ. Συγκεκριμένα, ήταν η μία από τις δύο γνωστές γυναίκες που ανήκαν στην Ακαδημία, με την άλλη να θεωρείται πως είναι η Αξιοθέα από τους Φλιούντες. Γεννήθηκε στη Μαντίνεια της Πελοποννήσου. Μετά τον θάνατο του Πλάτωνα συνέχισε τις σπουδές της κοντά στον Σπεύσιππο, ανιψιό και διάδοχο του Πλάτωνα στην Ακαδημία. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, φέρεται επίσης να είχε προσωπική σχέση με τον Σπεύσιππο.
Θεανώ η Θουρία
Μαθηματικός και αστρονόμος, μέλος του πυθαγόρειου κύκλου, η Θεανώ δίδαξε στις σχολές του Πυθαγόρα στον Κρότωνα και αργότερα στη Σάμο. Μετά τον θάνατό του, συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοση του έργου του, σε συνεργασία με τα παιδιά της, τα οποία ανέλαβαν τη συνέχεια των πυθαγόρειων σχολών.
Η ξεχωριστή περίπτωση της Ασπασίας
Η Ασπασία υπήρξε σύντροφος του Περικλή, του σπουδαίου Αθηναίου πολιτικού και βασιλιά. Πέρα όμως από αυτή τη σχέση, έμεινε στην ιστορία για τις προωθημένες για την εποχή της αντιλήψεις της γύρω από τη θέση της γυναίκας και τον αγώνα για τα δικαιώματά της.
Ως μέτοικος –δηλαδή γυναίκα που είχε μεταναστεύσει από άλλη πόλη– δεν της επιτρεπόταν να παντρευτεί Αθηναίο πολίτη και υποχρεωνόταν να καταβάλλει ειδικούς φόρους. Ωστόσο, η ιδιότητά της ως ξένης της έδωσε και μια ιδιότυπη ελευθερία: την απάλλαξε, σε μεγάλο βαθμό, από τους αυστηρούς κοινωνικούς περιορισμούς που βάραιναν τις Αθηναίες γυναίκες. Απέκτησε έναν γιο με τον Περικλή εκτός γάμου, δίδαξε τόσο άνδρες όσο και γυναίκες και έζησε με τρόπο που όριζε η ίδια για τον εαυτό της.
Πιστεύεται ότι το όνομα «Ασπασία» ήταν το επαγγελματικό της όνομα ως εταίρας υψηλής κοινωνικής τάξης, καθώς σημαίνει «η επιθυμητή».
Η ίδια έκανε αναφορές στο υψηλό μορφωτικό της επίπεδο, γεγονός που οδηγεί πολλούς ιστορικούς στο συμπέρασμα ότι καταγόταν από τη Μίλητο – μία από τις ελάχιστες πόλεις όπου οι γυναίκες είχαν πρόσβαση σε ανώτερη εκπαίδευση. Αυτό υποδηλώνει και την πιθανή κοινωνική και οικονομική ευμάρεια της οικογένειάς της. Οι λόγοι που την οδήγησαν στην Αθήνα παραμένουν, πάντως, ασαφείς. Η Ασπασία γνώρισε τον Περικλή γύρω στο 450 π.Χ. και η σχέση τους ξεκίνησε άμεσα, οδηγώντας στον χωρισμό του Περικλή από την μέχρι τότε σύζυγό του.
Σε αρκετά αρχαία ελληνικά κείμενα παρουσιάζεται ως γυναίκα με ισχυρή επιρροή στους άνδρες και μέχρι σήμερα θεωρείται ότι αντιστάθηκε στην πατριαρχική κοινωνία, αμφισβητώντας την αντίληψη πως οι γυναίκες είναι κατώτερες ή λιγότερο ευφυείς. Δεν έχουν σωθεί γραπτά της ούτε ακριβείς πληροφορίες για το περιεχόμενο της διδασκαλίας της, ωστόσο είναι σαφές πως η παρουσία και το έργο της υπήρξαν αξιοσημείωτα. Ο περίφημος «Επιτάφιος Λόγος», που αποδίδεται στον Περικλή, έχει κατά καιρούς θεωρηθεί ότι γράφτηκε στην πραγματικότητα από την Ασπασία, ως φόρος τιμής στους νεκρούς του Πελοποννησιακού Πολέμου. Δυστυχώς, αυτή –όπως και άλλες υποθέσεις, μεταξύ των οποίων και η πιθανή επιρροή της στον Σωκράτη– δεν μπορούν να αποδειχθούν ιστορικά.
Η Ασπασία ίδρυσε σχολή για κορίτσια και διατηρούσε ένα ιδιαίτερα δημοφιλές φιλοσοφικό και κοινωνικό σαλόνι, το οποίο ορισμένοι επικριτές χαρακτήρισαν κακόβουλα είτε ως οίκο ανοχής είτε ως χώρο «εκπαίδευσης» εταίρων. Ως σύντροφος του Περικλή, βρισκόταν διαρκώς στο επίκεντρο των ανώτερων αριστοκρατικών κύκλων, περιτριγυρισμένη από σημαντικές προσωπικότητες της εποχής, από πολιτικούς έως φιλοσόφους.Επιφανείς άνδρες, όπως ο Πλάτωνας, την παρουσίασαν με σατιρική διάθεση στα έργα τους, ενώ ο Πλούταρχος, αν και εξύμνησε τον Περικλή, δεν δίστασε να τη δυσφημίσει. Υπήρξαν ωστόσο και φωνές που αναγνώρισαν ανοιχτά την πνευματική της αξία, όπως ο φιλόσοφος Αισχίνης, ο οποίος θαύμαζε ιδιαίτερα τη ρητορική της δεινότητα και την ικανότητά της στον δημόσιο λόγο.






